Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009



Τίτλος: Αυλωναρίτες Μετανάστες
Συγγραφέας: Δημήτρης Σγούρος
Σχήμα: 24Χ30  Σελίδες: 136
Εκδότης:Φωτογραφικό Ιστορικό Λαογραφικό Αρχείο Αυλωναρίου.
Τιμή: EURO 25

    Η ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης είναι τόσο παλιά, όσο και η ιστορία μας. Για λόγους που κατά καιρούς διαφοροποιούνται οι Έλληνες «μοιάζει» να αποζητούν πάντα καινούργιες πατρίδες. Περιοχές της ανατολικής μεσογείου, της νότιας Ρωσίας, του Εύξεινου Πόντου, της δυτικής Ευρώπης έγιναν οι πυρήνες μιας ισχυρής διασποράς.
    Ωστόσο από τα τέλη του 19ου αιώνα οι αναζητήσεις κατευθύνονται ακόμα πιο μακριά, καταργώντας τα νοητά σύνορα των ωκεανών, με κύριους αποδέκτες την Αμερική και την Αυστραλία. Ο μεταναστευτικός πυρετός θα κορυφωθεί την εικοσαετία 1900-1920 και η Ελλάδα θα χάσει το 8% του συνολικού πληθυσμού. Περίπου 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν κάθε χρόνο μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη και ξεκινούν για τη «Γη της Επαγγελίας» που υπόσχεται πλούτο και ευημερία για όλους.
    Το Αυλωνάρι όπως όλα τα χωριά της Ελλάδας δεν έμεινε πίσω σ’ αυτόν τον «μεταναστευτικό παραλογισμό» που κυρίευσε τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα την πατρίδα μας. Άνθρωποι στερημένοι, αγράμματοι, «άβγαλτοι» και αθώοι που δεν είχαν συνείδηση των δυνάμεών τους ούτε φυσικά και των δικαιωμάτων τους, αποτέλεσαν το κατάλληλο υλικό για εκμετάλλευση.
    Δεν υπήρχε οικογένεια στο Αυλωνάρι που να μην έστειλε ένα μέλος της, μετανάστη στην Αμερική. Όταν για πρώτη φορά το 1982 άρχισα να μαζεύω υλικό για τους μετανάστες, διαπίστωσα ότι κάθε σπίτι είχε ένα παππού, ένα πατέρα ή ένα θείο που είχε κάνει το υπερατλαντικό ταξίδι στην Αμερική αναζητώντας καλύτερη τύχη. Τότε οι περισσότεροι από τους μετανάστες πρώτης γενιάς είχαν πεθάνει ή δεν είχαν γυρίσει ποτέ στη πατρίδα. Λίγοι ζούσαν, αλλά για πολλούς λόγους δεν είχα κατορθώσει να μιλήσω μαζί τους. Όμως σε πολλά σπίτια στο Αυλωνάρι υπήρχε πλούσιο υλικό, κυρίως φωτογραφίες από τα χρόνια της μετανάστευσης, αλλά και προσωπικά αντικείμενα των μεταναστών, έγγραφα, διαβατήρια, βιβλιάρια καταθέσεων, αποκόμματα εφημερίδων, κλεισμένα θυμάμαι σε κάτι μεγάλα μπαούλα, «αμερικάνικα» τα έλεγαν και καταχωνιασμένα κυρίως σε κάποιο υπόγειο.
    Τις φωτογραφίες μου τις έδιναν με ευκολία, αφού τις αντέγραφα και τις επέστρεφα. Όμως όλο το υπόλοιπο υλικό βρισκόμουνα σε δύσκολη θέση να το ζητήσω. Όταν πριν λίγα χρόνια άρχισα πάλι να ενδιαφέρομαι για τους μετανάστες και αναζήτησα αυτό το υλικό που είχα δει παλιότερα, βρέθηκα προ εκπλήξεως. Οι περισσότερες οικογένειες σε κάποια ανακαίνιση του σπιτιού, είχαν πετάξει τα μπαούλα και έτσι είχε χαθεί όλος αυτός ο πλούτος. Ένα ή δύο μπαούλα είχαν διασωθεί μόνον.
    Σε αυτή τη δεύτερη επαφή μου με το αντικείμενο της μετανάστευσης, μαγνητοφώνησα όσους Αυλωναρίτες συγγενείς μεταναστών, είχαν να μου πουν κάτι για τον πατέρα τους, τον θείο τους, ή τον παππού τους. Μου αφηγήθηκαν κυρίως ότι είχαν ακούσει από τους ίδιους. Πολλές αφηγήσεις εκτός από τα καθαρά ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία που μας δίνουν, μας μεταφέρουν σε μια Ελλάδα που έχει προ πολλού χαθεί με όλα τα χαρακτηριστικά της φυλής μας, απέναντι σε αυτό το μεγάλο, το εξωκοσμικό όπως φάνταζε τότε η Αμερική.
    Ο κύριος όγκος του λευκώματος αποτελείται από φωτογραφίες και καρτ-ποστάλ. Ήταν το υλικό που «φυλάχτηκε» όπως προείπα στα συρτάρια ή τα ντουλάπια των σπιτιών και δεν πετάχτηκε από τους απογόνους των μεταναστών. Όμως υπάρχουν και άλλα ντοκουμέντα δημοσιευμένα σε αυτό το λεύκωμα, που συνθέτουν όλα μαζί το παζλ της μετανάστευσης των Αυλωναριτών στην Αμερική.
    Τούτο το λεύκωμα είναι αφιέρωμα μνήμης και σεβασμού σ’ όλους αυτούς τους Αυλωναρίτες που αψηφώντας φόβους και προκαταλήψεις κίνησαν για το μεγάλο ταξίδι της μετανάστευσης στις αρχές του 20ου αιώνα, για να μπορούμε να ζούμε σήμερα εμείς καλύτερα. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους της Αυλωναρίτικης γης, που την αγάπησαν και την πόνεσαν μα δεν μπόρεσαν να τη ζήσουν. Αλλά και δεν πρόφτασαν να χαρούν τα μονοπάτια και τις ανηφοριές της, τα ποτάμια και τα γεφύρια της, τα αλώνια και τους μύλους της, τις θάλασσες και τις ακρογιαλιές της, τα ξωκλήσια και τις εξοχές της. Το φως, το νερό, τον ουρανό, τον αέρα της. Ο Κολιακόγιαννης, ο Νικόκλης, ο Τασοφτιμής, ο Μπιτσοκολιός, ο Νικοϊτσας, ο Μπελιάς, ο Δεκανέας, ο Στρέης, ο Ναούμης, ο Βαρελάς. Αλλά και οι άλλοι, που έμειναν άγνωστοι, ξεχασμένοι και κανένα χέρι δεν θα βρεθεί να γράψει κάτι γι’ αυτούς, κανένα στόμα να τους μνημονεύσει, γιατί χάθηκαν για πάντα τα ίχνη τους στη ξένη γη.
     Ευχαριστώ όσους μου εμπιστεύτηκαν αυτό το υλικό. Επίσης όσους με τις αφηγήσεις ή τις υποδείξεις τους συνέβαλαν στην έκδοση του λευκώματος.

                              Δημήτριος Σγούρος
                       Αυλωνάρι ΠΑΣΧΑ του 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναγνώστες